Να σας συστήσω τον μπαμπά μου

Είχα τον πιο καλό μπαμπά από όλους. Αλλά τον είχα για λίγο.
Ναι είμαι υπερβολική και τα παραλέω αφού ανά τον κόσμο σίγουρα υπάρχουν μπαμπάδες σχεδόν σαν τον δικό μου. Νάτο το ξαναέκανα.
Είμαι η μοναχοκόρη του «Καπετάνιου»  Αρβανίτη…. Καπετάνιος όχι στο επάγγελμα αλλά στο πώς δρομολόγησε με ευγένεια, την πορεία μου σαν άτομο, σε αυτή τη ζωή.
Ήταν ο μπαμπάς, ο αδερφός, ο καλύτερός μου φίλος.  Μιας και αδέρφια δεν είχα, με εκείνον έκανα τις πρώτες σοβαρές συζητήσεις μου για την κοινωνία, για την πολιτική, για τα πάντα.
Ήταν ο πρώτος κατασκευαστής τεντών και καταγόταν από μεγάλη οικογένεια, που άφησε την «υπογραφή» της στην ιστορία του Τόπου και της πατρίδας μας της Πάτρας.
Έχοντας ζήσει κατοχή , και δυσκολίες, έχοντας χάσει από μικρός την μανούλα του, μεγάλωσε μόνος τον μικρότερο αδερφό του κάνοντας χίλιες δύο δουλειές του ποδαριού. Ήταν λοιπόν, εξαιτίας αυτού, μαθημένος  πάντα αρχηγός και με ανεπτυγμένο το αίσθημα της προστασίας για την οικογένειά του.
Στα 40 του και έχοντας ζήσει ζωή πολυτάραχη και περιπετειώδη, γνώρισε την μαμά μου. Αμέσως της ζήτησε να τον παντρευτεί. Μετά από 9 προσπάθειες να αποκτήσουν μωράκι ήρθα εγώ.  Θα σας πω μόνο ένα για να καταλάβετε τί  αλλαγή ήμουν στη ζωή του.
Ήταν η εποχή που στην Πάτρα δεν κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα… οπότε όποιος είχε ένα, προκαλούσε την προσοχή.  Ε ο μπαμπάς μου ήταν ο ραλίστας της Πόλης. Έτρεχε σαν τρελός και δεν σταματούσε πολύ εύκολα στο … πορτοκαλί.
Όταν λοιπόν μπήκα εγώ στην ζωή του, έλεγαν μεταξύ τους οι  τροχονόμοι της περιοχής.. «να , να κοίτα ο Αρβανίτης…  κοίτα τον πως πάει σαν κότα από τότε που βάζει στο αμάξι ένα μωρό…»
Έτσι διαμορφώθηκε η ζωή μας. Με ασφάλεια , με αγάπη, με δέσιμο.  Εκείνος ήταν που μέχρι τα δώδεκά μου όταν ήμουν κρυωμένη μου κρατούσε το χέρι μέχρι να αποκοιμηθώ. Εκείνος ήταν που κάθε Σάββατο  μεσημέρι , βλέπαμε παρέα γουέστερν. Εκείνος  ήταν που τα βράδια βλέπαμε ταινίες με μια μερέντα ανάμεσά μας και τα δάχτυλά μας ωσάν κουτάλια να τα βουτάμε στο  θαυματουργό βαζάκι. Ήταν εκείνος που με πήγαινε κάθε πρωί στο σχολείο , μέχρι και το Λύκειο. Ήταν εκείνος που κάθε Κυριακή πρωί , με ένα τεράστιο τεντόπανο που το στρώναμε στο χώμα  στο εξοχικό μας στο βουνό και πάνω του τοποθετούσαμε λιχουδιές της μαμάς, κάναμε πικ νικ και στη συνέχεια πηγαίναμε για εξερεύνηση στις καταπράσινες πλαγιές του. Ήταν εκείνος που έτρεχε τα πρωινά μαζί μου στο σαλόνι, να ξεκρεμάσει τα γατάκια μας από τις κουρτίνες  που σκαρφάλωναν συνεχώς, ώστε να μην τα δει η μαμά μου και μας γκρινιάξει να τα διώξουμε.   Ήταν εκείνος που με πήγαινε στην δημοτική βιβλιοθήκη και με έμαθε να δανείζομαι βιβλία να τα διαβάζω σύντομα και να τα επιστρέφω(κάτι που κάνω ακόμα και σήμερα). Ήταν εκείνος… ήταν εκείνος… ήταν εκείνος…. σε τόσα πολλά. Ήταν ακόμα κι εκείνος που τη μέρα του γάμου μου κι ενώ με κρατούσε έτοιμος να με παραδώσει στον γαμπρό, με ρώτησε για να είναι σίγουρος εντελώς υποθέτω: «Μήπως θέλεις να ξαναμπούμε στο αυτοκίνητο να πάμε για παγωτά;»
Είναι αυτός που ψάχνω στο πρόσωπο του άντρα μου , των φίλων μου, των ατόμων που επιθυμώ να με εκπροσωπούν στην πολιτική και στην κοινωνία. Το πρότυπο της ασφάλειας και της ανιδιοτελούς φροντίδας.
Είναι ο ήρωάς μου που έφυγε νωρίς στα 26 μου, αλλά που σε κάθε μου βήμα είναι πλάι μου, αφού είμαι αυτό που έφτιαξε με υπομονή και αγάπη. Η συνέχειά του.
“Μην μετανιώνεις ποτέ και ζήσε τα όλα” μου  έλεγε συχνά πυκνά αν και τότε ακόμα δεν ήξερα τι εννοούσε. “Αλλά μην βιάζεσαι. Η ζωή φέρνει τις λύσεις.”

Θα ήθελα όμως λίγο ακόμα από σένα μπαμπά μου. Λίγο ακόμα.


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 42 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)