Ποίημα: “Αντέχεις να με έχεις;”

qual-minha-vocacao

 

Σε εκείνο το τελευταίο επιστρέφω·

σε εκείνη την τραγωδία

που σκόνταψε στον χρόνο.

Στο δίχως λογική που με σκληραίνει·

βρέχει δε βρέχει

κρατάνε ομπρέλες τ΄ανθρωπάκια.

Δεν αντέχουν.

 

Τη δεύτερη ζωή την πέρασα

με επίγειες φωτιές, γυναίκες•

ψυχρότητα ξανά

και μαχαιριές στο στήθος.

Εφήμεροι έρωτες στα δάση

και κάτι στήθη να απορροφούν

την ένταση• για να έχω

πρόκομμα στα βέλη.

Άντεχα.

 

Έψαξα ένα καημό και βρήκα

αράδες πόνου.

Οδύρονται τα βλέμματα στο τραπέζι

σαν πέφτουν αλήθειες.

Βάφω περασμένες ζωές

και πληρώνω τους φόνους

του χθες, του τότε.

Ποτίζει η ψυχή φαρμάκι.

Κι αντέχω.

 

Όταν μου έδειχνες τη λαχτάρα

έσκυβα στους καταρράκτες

να πιώ νερό, να ξεδιψάσω.

Σε πλησίασα χαϊδεύοντας

σκοτάδια να φέγγουν

ούρανους· να απλώνουν

τ΄ άστρα σχήματα.

Κι έμαθα … πώς η νοσταλγία

κάνει τα βιολιά

να παίζουν χρώματα!

Ηχούν. Αντέχεις;

 

Κι είδαμε εκδρόμες, είδαμε στιγμές

να έρχονται στο βαμβάκι της ζωής.

Εμένα μου αρέσουν πολύ

οι πορτοκαλί τουλίπες,

αν ποτέ θελήσεις

να φέρεις λουλούδια στο σπίτι μας.

Μα, δε μπορώ να τα φροντίζω.

Γι΄ αυτό να τ´ αγαπήσεις.

Μαζί σου θα γεννιούνται,

στα χέρια σου θα αφήνουν τον χρόνο.

Αντέχεις;

 

Θέλω να μπορώ

να γίνομαι παράφορος πόθος

θέλω να σε ζεσταίνω

κι εσύ να φλέγεσαι στη γύρη μου.

Θέλω να μπορώ

να γίνομαι καταιγίδα στον κόλπο σου

κι εσύ να πάλεσαι στα νεύρα μου.

Θέλω να μπορείς.

Αντέχεις;

 

Κι ας μην πάμε ποτέ στο φεγγάρι,

εγώ θα σου δείξω την πηγή

που το κάνει να λάμπει.

Κι ας μην ακούσουμε ποτέ το σπουργίτη,

εγώ θα σε χορέψω

στο Παρίσι και θα μας τραγουδάει.

Ξέρω, ξέρεις πως όλη μας η δύναμη

βρίσκεται στο πάνω μέρος της ύπαρξης μας.

Απλά εμπιστέψου με.

Αντέχεις;

 

Ό,τι σε λιποψυχεί, θα το ονομάσουμε

απόλαυση

και ό,τι αγάπας θα το χαρίζουμε

σε άστεγους.

Κι εγώ θα πάρω τους καρπούς σου

στην αγκαλιά μέχρι να γίνουν

μπαομπάμπ να κατακτήσουν

όλη τη γη.

Κι ό,τι φοβάσαι θα το τραγουδάμε

κι ό,τι φοβούνται θα το ζωγραφίζουμε.

Φλερτάρεις με έναν καλλιτέχνη.

Με αντέχεις;

 

Κανείς δε με αντέχει, αγγίζουν λίγο

και τρέμουν,

έρχονται λίγο και επιστρέφουν

στην επιθυμία· του κάποτε.

Εγώ πατάω στο τώρα

και ζωγραφίζω

και τραγουδάω

και χορεύω.

Κάνω τα ρήματα να ζουν·

αυτό θα πει να είσαι καλλιτέχνης.

Να μείνεις στο τώρα

για να κάνεις όνειρο το μετά.

Αντέχεις;

 

Σου ζήτησα τρεις λόγους

για τη συνάντηση,

μου έκρυψες την ανάγκη,

σου έκρυψα την ανάγκη.

Κι έχω σκοπό να σκοτεινιάσω

την καλύβα μου

για να προσφέρω τον ήλιο

στο χώρο που επέλεξες να ζήσεις.

Λέω ήλιο· γιατί εως μοναδική

σε εντάσσω στα σπάνια.

Αχ! Κι έβρεξε αρκετά

στη γειτονιά σου. Να προσεχείς.

Με αντέχεις;

 

Ξεκίνησα με την τραγωδία

που σκόνταψε στον χρόνο,

ουσιαστικά σου αφηγήθηκα

τις ζωές μου,

σου άφησα τις σκέψεις

και τα όνειρα μου

στην οθόνη που κλέβει τον χρόνο.

Εκεί… που είδες οτί ταξιδεύω το είναι μου.

Στέκομαι τώρα σε ένα θάλαμο

αναμονή και προσδοκώ

το αύριο να ζωντανέψει τα νεκρά.

Τα δικά σου και τα δικά μου.

Αντέχω να μπορώ να θέλω

να αναστήσω τα όνειρα.

Αντέχεις να με έχεις;

Μελισσουργού Βασιλική
© HoneyMaker


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 736 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)