Ποίημα: Μελένια

girl-waiting-beach-bay-boat

 

Δε βλέπω, δεν κοιτάω,

στην αυλή ανοίγομαι και περιμένω

η Πηνελόπη.

Όχι τα περασμένα.

 

Κεντώ καλοκαίρια και χειμώνες

μόνο και μόνο για τα έγκατα

των ματιών που δε θα ματώσουν

τον αργαλειό ξανά.

 

Ένα ψυχιατρείο που κρεμάστηκε η Ιθάκη•

εδώ οι καλές πορείες

εδώ του φθόνου η φωλιά

εδώ τ’ αγάλματα που αγαπήθηκαν πολύ.

Και τραγουδούν μόνο γιατί αγαπήθηκαν.

 

Για το όνομα του Θεού μητέρα

πώς σε ξεγέλασαν τόσο οι μνηστήρες!

Όσο αισθάνομαι κεντώ και όσο δημιουργώ

βρίσκω τρόπους να ταξιδεύω τα καράβια.

Η φλόγα ανατέλλει· λαχτάρα καίει το μυαλό

μια λαχτάρα πως φιλιώθηκε ο Χάρος με τη Ζωή.

 

Στάκα γέροντα δε βλέπω τίποτα,

τι χρώμα έχουν τα μάτια τους;

Δε θα ‘ρθει.

Μα εγώ έδωσα στη Λέξη όνομα

να κάνει συντροφιά στη Φαίδρα

κι έτσι ένα Καζού ακούστηκε απ’την ρόδα μου.

 

Αχ! Χαϊδέψα όλους τους καημούς

κι ό,τι χαμόγελα μου δώκε η μοίρα

και να’μαι ακόμα στην αυλή με τους μνηστήρες·

κάθε χρόνο να λαχταράνε τον υμένα μου.

 

Ξεψύχησε το παραμύθι Χάροντα….

Και στο τέλος το μόνο που έχεις να πάρεις είναι ένα τίποτα.

 

Γράφει η ποιήτρια-συγγραφέας Βασιλική Μελισσουργού © HoneyMaker

ThinkingPeople.gr


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 168 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)