Ο περιπτεράς

newspaper_stand

Πάρε πιο εκεί το ποδήλατο σου!

-Ένα πακέτο τσιγάρα θα πάρω και θα φύγω.

-Ενοχλεί σου λέω (Μου απάντησε φουρκισμένος)!

-Εκεί που το άφησες δεν φαίνονται τα περιοδικά,τα κρύβει!

-Ποδήλατο και τσιγάρο; (συμπλήρωσε ειρωνικά)

-Ελλάδα το μεγαλείο σου, όλα  τα παράλογα εμείς τα κάνουμε.

Πήγα να διαμαρτυρηθώ,να εξηγήσω μα με έκοψε με ένα νόημα που σήμαινε μετακίνησε το ποδήλατο τώρα! Το μετακίνησα, κάτι έτριζε κάτω απ τις ρόδες, κοίταξα ήταν περιτυλίγματα σοκολάτων και ένα τενεκεδάκι μπύρας. Αυτά δεν τον πείραζαν;

-Έχει κάτι σκουπίδια εδώ

-Ε και; της καθαριότητας είσαι; (και γέλασε με το αστείο του)

-Το λέω γιατί θυμώσατε με το ποδήλατο και μου κάνει εντύπωση που δεν σας ενοχλούν τα σκουπίδια μπροστά από το περίπτερο σας.

-Θυμώσαμε θυμώσαμε; (γέλασε ειρωνικά).

Ο πληθυντικός σε μάρανε. Παρκάρεις το ποδήλατο όπου να ναι και μιλάς;

Τα ανήψια μου ήρθαν και πήραν κάτι σοκολάτες και ένας φίλος κι ήπιαμε μια μπυρα παρέα.

-Οοοο φουρκίστηκε ξανά

-Λογαριασμό θα σου δώσω; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Περιπτεράς νομίζεις ήμουν μια ζωή; Εστιατόριο είχα πρώτης τάξης, οι καλύτεροι πέρασαν από εκεί. (Μου έδειξε τα περιοδικά)

Όσοι βλέπεις εδώ πέρασαν από το μαγαζί μου αλλά ας όψεται η κρίση, το έκλεισα και τώρα να μαι σε ένα περίπτερο  δύο επί δύο συνέταιρος μ’ έναν άλλο και δεν είναι καν Έλληνας… Που καταντήσαμε!

(Και έριξε μια μούντζα στον αέρα ποιος ξέρει για ποιον ίσως και για μένα. Δεν του είπα τίποτα ήταν μάταιο το έβλεπα)

-Δώστε μου ένα πακέτο

-Δεν έχω

-Τι δεν έχετε; Δεν σας είπα ακόμα ποια μάρκα

-Δεν έχω τσιγάρα ρε φίλε, καμιά μάρκα, δεν έχω γενικώς

-Και γιατί δεν μου το είπατε από την αρχή;

-Με ρώτησες;

-Σας ειπα πως για τσιγάρα σταμάτησα

-Ναι αλλά δεν με ρώτησες αν έχω (και γέλασε με την εξυπνάδα του)

Τα νεύρα μου έτριζαν σαν τα περιτυλίγματα κάτω από τις ρόδες του ποδηλάτου μου. Θα θελα να είχα αντί ποδήλατο μια μπουλντόζα και να του κάνω το περίπτερο ίσιωμα. Πολλά ήθελα να του πω, μα δεν άξιζε το έβλεπα Ίσιωσα τα μαλλιά μου νευρικά έκανα μεταβολή και έφυγα χωρίς ούτε καληνύχτα.

Κατηφορίζοντας προς το σπίτι μου στο καφενείο είχανε γλέντι. Χαρούμενες φωνές και γέλια στη διαπασών το τραγούδι: “Αχ Ελλάδα σ αγαπώ και βαθιά σ ευχαριστώ γιατί μ’έμαθες και ξέρω ν’ ανασαίνω, όπου βρεθώ να πεθαίνω όπου πατώ και να μην σε υποφέρω”.

Ξeτσαλακώθηκαν κάπως τα νεύρα μου και χαμογέλασα. Σχεδόν τον λυπήθηκα τον περιπτερά, ίσως είχε αναδουλειές κι ήταν ετσι.

-Τσιγάρα δεν είχε. (είπα μπαίνοντας στο σπίτι)

-Σ’ αυτόν παρακάτω πήγες τον κακότροπο; έχει λίγα αλλά τα κρύβει για τους πελάτες. Δεν έπρεπε να πας σ αυτόν.

-Γιατί δεν μου το είπες;

-Με ρώτησες;

Βρόντηξα πίσω μου την πόρτα του μπάνιου κι έμεινα εκεί ούτε ξέρω πόση ώρα ρίχνοντας πάνω μου κρύο νερό, γιατί θα σκότωνα κάποιον το νιωθα, τραγουδώντας το “αχ Ελλάδα σ αγαπώ” μέχρι που μου πέρασαν τα νεύρα…

Έτσι μου τα είπε ένας φίλος ένα βράδυ σε ένα κουτουκάκι κάπου στην Πλάκα και σας τα διηγούμαι. Έπαιζαν το “αχ Ελλάδα σ αγαπώ” και θυμήθηκε το συμβάν.

Το επόμενο ήταν ζειμπέκικο βαρύ “Η ζωή μου όλη” και σηκώθηκε να το χορέψει

Δικό μου! ακούστηκε από το βάθος.

Έγνεψε στο φίλο μου ο μαγαζάτορας να μην κάνει θέμα. Κάθησε στην καρέκλα σαν βρεγμένη γάτα μασώντας κάτι μπινελίκια.

“Δεν το πιστεύω” μου είπε.

“Ο περιπτεράς μου πήρε το ζειμπέκικο. Ο περιπτεράς!” και κατέβασε μονορούφι το ποτό του.


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 133 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)