χωρίς τελείες “Ίχνη”

ihni

Ο κόσμος είναι μια φράση παράλογη κι εμείς ασχολούμαστε με τα σημεία στίξης. Αν στύψεις την πίκρα σου θα κυλήσουν άπειρα αποσιωπητικά, εκτός κανόνα, τα λένε και δάκρυα. Τι ίχνος θα αφήσω; Θα αφήσω; Μ΄αυτές τις σκέψεις έπεσα για ύπνο, σ΄ένα περίεργο ύπνο σαν αεροπλάνο που πέφτει σε κενό. Κι ήρθε στον ύπνο μου μια σκιά, μια απροσδιόριστη φιγούρα και μου είπε: “Το μέλλον μου είναι ένα σπίτι κλειστό”.

Αφήνω χρόνια τα έπιπλα να πιάνουν σκόνη τις νύχτες όταν είμαι μόνη, περνάω πάνω της τα χέρια απαλά, κάποτε τη μαστιγώνω με τα μαλλιά, με τις σκέψεις μου, κι αυτή τρέχει πανικόβλητη μεσ΄ στο δωμάτιο, ψάχνοντας ασφαλή κρυψώνα, και καταλήγει συχνά πάνω σε ένα ποίημα. Μια χαρά το βρίσκω, ήταν ένα μέτριο ποίημα και δεν του άξιζε ν΄ αποκαλυφθεί στο φωτιστικό. Μια χαρά το βρίσκω, επίσης μια που βρίσκομαι πια στην ηλικία όπου το ημίφως διευκολύνει, το δε καθόλου φως ελευθερώνει -αν κι από τι;

Ξέχασα πια από τι πάσχιζα να ελευθερωθώ, πολύ δε φοβάμαι πως έγινα δέσμια αυτής ακριβώς της προσπάθειάς μου για απελευθέρωση. Δεν θα πράξω σπουδαία ούτε θα πω σοφά το πήρα απόφαση! Ψευτοπέρασα απ΄ αυτή τη ζωή ανάμεσα από ένα ψέμα και μια πλάνη, πάντα ο τόπος μου ήταν στενός δεν χωρούσε ούτε ν΄απλώσω τα χέρια μου, κι έτσι άνοιξα μυστικές συνομιλίες με το φεγγάρι που ήταν το μόνο που χωρούσε από το παράθυρό μου.

Μου έλεγε ιστορίες για μακρινούς γαλαξίες, περασμένους πολιτισμούς, πεθαμένα άστρα κι έτσι παρηγοριόμουν, με την ιδέα πως κάποια όντα έζησαν όπως τους έπρεπε. Εγώ έζησα όπως δεν μου έπρεπε γιατί έδωσα στην αξία μεγαλύτερη απ΄ό,τι άντεχε αξία κι αυτή ένα βράδυ φύσηξε απ τα παράθυρα, πήρε τα έπιπλα πήρε τη σκόνη και τώρα δεν έχω πουθενά ένα τόπο, ούτε κανένα πια τρόπο να αποτυπώσω τα ίχνη μου. Να πω κι εγώ έστω σε αυτό που έρχεται πως πέρασα. Μου άφησε μόνο κάτι σπασμένα γυαλιά. Τη μέρα τραβώ την κουρτίνα να μη φαίνονται. Το βράδυ τα μαζεύω και τεμαχίζω τις ώρες μου, περπατώ πάνω τους και χάνω κάθε φορά ένα κομμάτι από μένα. Δεν προσδοκώ ανάσταση νεκρών, προσδοκώ ανάταση νερών. Να φουσκώσουν τα ποτάμια να παρασύρουν κάθε σάπιο. Στο τέλος να μείνει μόνο ένα ψάρι και από την πρώτη λαχτάρα του, ο κόσμος να αρχίσει και πάλι.

Ξύπνησα σε ένα φθινοπωρινό τοπίο, το βράδυ έβρεχε μεσ΄ στον ύπνο μου. Σκέφτηκα βρέχει ή μας φτύνει το υπερπέραν; Τελικά έβρεχε. Έξω από το μπαλκόνι μου, βλέπω ένα δέντρο να έχει γύρει επικίνδυνα για το ίδιο, σ’  αυτό τον τόπο ότι εμποδίζει κόβεται. Ησυχία μεγάλη στη γειτονιά μου. Πού πήγαν όλοι; Ούτε ένας περαστικός να τον ρωτήσω.

– Καταστραφήκαμε;

Η τηλεόραση-πυθία δεν λειτουργεί κι έτσι για απάντηση στρέφομαι στον μυστικό μέσα μου, τόπο εκεί που δεν έχει ούτε ευρώ, ούτε δραχμή και αναμένω.

Η σκιά στο όνειρό μου, σπάω το κεφάλι μου ποια είναι, δεν μπορώ να πω. Δεν άφησε κανένα ίχνος κάτι που θα μπορούσε να με βοηθήσει να καταλάβω. Ακούω θόρυβο από μηχανή κάτι σαν πριόνι και μια φωνή που διαμαρτύρεται. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Κάποιοι απ΄το Δήμο μάλλον κόβουν το δέντρο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα φωνάζει:

Μη! Μην το κόβετε, αμαρτία!

-Κόβει το δρόμο και δεν έχουν τα αυτοκίνητα ελευθερία να περνούν, της απαντά ο υπάλληλος, ενώ ένας άλλος δίπλα του συνεχίζει να κόβει. Περνά ένα παιδί με τη μαμά του, παίρνει στα χέρια του ένα πεσμένο κλαδί.

-Μη! Μην το παίρνεις, είναι βρώμικο -και του το πετά μακριά. Το παιδί κλαίει.

Μπαίνω βιαστικά μέσα στο σπίτι έχοντας αγκαλιά το κλάμα του παιδιού, το πεσμένο κλαδί και τη λέξη ελευθερία. Τα αφήνω πάνω στο τραπέζι.
Θα αφήσω εγώ ίχνος για σένα, λέω στη σκιά απʼ τʼ όνειρό μου. Ξέρω τώρα ποια είσαι.
Ξέρω!


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 274 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)