Τι συμβαίνει όταν μας πιάνουν τα “ψυχοσωματικά” μας;

0c8f70adb2aa2b9360e8a60f5368b38b_L

«Οταν έδινα εξετάσεις για να μπω στο πανεπιστήμιο, ξυπνούσα μέσα στη νύχτα επειδή με πονούσαν τα δόντια μου», «Κάθε φορά που στενοχωριέμαι, με πιάνει πονοκέφαλος, δυσκολεύομαι να αναπνεύσω, μου ανεβαίνει η πίεση, πονάει το στομάχι μου…», 

«Από τη στενοχώρια του το έπαθε το εγκεφαλικό», «Όταν έχω άγχος, επηρεάζεται πολύ και το έντερό μου», «Αφού τον απέλυσαν από τη δουλειά του, έπαθε έμφραγμα», «Σε κάθε περίοδο στρες, χειροτερεύει η ξηροδερμία μου».

Οι φράσεις αυτές είναι σίγουρα οικείες, έως ένα σημείο, σε όλους μας.

Πίσω από τα περισσότερα «ψυχο­σωμα­τικά συμπτώματα» κρύβεται συνήθως παρατεταμένο, χρόνιο στρες. Ο βαθμός, όμως, που το στρες μπορεί να μας επηρεάσει εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Οι περισσότεροι έχουμε βιώσει τα «συμπτώματα» του στρες, για παράδειγμα να ανεβαίνουν οι παλμοί μας και να σφίγγεται το στομάχι μας τη στιγμή που φρενάρουμε απότομα για να αποφύγουμε μια σύγκρουση καθώς οδηγούμε ή να μας πιάνει πονοκέφαλος και να ανεβαίνει η πίεσή μας όταν καβγαδίζουμε με τον έφηβο γιο μας. Πιθανώς, επισκεπτόμενοι το γιατρό μας για ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, να έχουμε ακούσει τις φράσεις: «Χρειάζεται να ηρεμήσετε λίγο» ή «Το στρες επιδεινώνει το πρόβλημά σας» ή «Τα συμπτώματά σας οφείλονται στο σωματοποιημένο άγχος»…

Φταίει, όμως, για όλα το στρες;
Οι απόψεις διίστανται και η συζήτηση που θα μπορούσε να ξεκινήσει σε αυτό το σημείο -βασιζόμενη και σε επιστημονικά δεδομένα- θα ήταν πολύ μεγάλη.

Το πρόβλημα είναι ότι τόσο το στρες όσο και η «ζημιά» που κάνει κάθε φορά στον οργανισμό μετριούνται δύσκολα. Παρ’ όλα αυτά, είναι βέβαιο και τεκμηριωμένο ότι το στρες μάς επηρεάζει τόσο στιγμιαία όσο και χρόνια και ότι σωματοποιείται με συγκεκριμένα συμπτώματα, επιτείνει, αλλά και προκαλεί ακόμη συγκεκριμένα νοσήματα, π.χ. καρδιαγγειακά και ψυχικά. Και επειδή όλοι αγχωνόμαστε, πρέπει να ξέρουμε πότε και πόσο το άγχος μάς κάνει κακό, να μπορούμε να το αναγνωρίζουμε και έτσι ευκολότερα να το παλέψουμε.

 Πώς αντιδρούμε όταν μας «πιάνει» στρες

Υπό κανονικές συνθήκες, ο οργανισμός μας βρίσκεται σε ομοιόσταση, δηλαδή σε μια σταθερή ισορροπία. Όταν αυτή η ομοιόσταση ή ισορροπία απειλείται ή αλλάζει, για παράδειγμα εξαιτίας κάποιου κινδύνου, μιας στενοχώριας ή γενικότερα μιας κατάστασης στην οποία πρέπει ο οργανισμός να προσαρμοστεί γρήγορα, αυτό ονομάζεται «στρες». Σε μια τέτοια κατάσταση στρες, προκειμένου να βρεθούμε σε εγρήγορση:

Αλλάζει η συμπεριφορά μας, καθώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος.

› Αυξάνονται ο σφυγμός, η αναπνοή και η αρτηριακή πίεση.

› Διαστέλλονται οι κόρες των ματιών (στην προσπάθεια να ενταθούν όλες οι αισθήσεις, μαζί με αυτές και η όραση).

› Εκκρίνονται περισσότερη αδρεναλίνη και κορτιζόλη, για να υποστηριχτεί η εγρήγορση του οργανισμού.

› Παράλληλα, ενισχύεται (μόνο στιγμιαία) το ανοσοποιητικό σύστημα.

Στιγμιαίο και ωφέλιμο, χρόνιο και επικίνδυνο.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το στιγμιαίο ή οξύ στρες είναι παραγωγικό και πιθανώς «βοηθά» τον οργανισμό. Το να αγχωθεί, δηλαδή, κάποιος επειδή δίνει εξετάσεις την επόμενη ώρα είναι ωφέλιμο, γιατί βρίσκεται έτσι σε κατάσταση εγρήγορσης. Πρόκειται για αρχέγονη αντίδραση, η οποία έχει επικρατήσει μέσα στη διαδικασία της ανθρώπινης εξέλιξης. Έτσι, ακόμη και σήμερα, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση ξαφνικού και έντονου στρες, μπαίνει σε λειτουργία ένας πολύπλοκος μηχανισμός ενεργοποίησης όλων των οργάνων και των συστημάτων μας, όπως όταν ο πρωτόγονος που έβλεπε ξαφνικά απέναντί του κάποιο άγριο θηρίο καλείτο να επιλέξει αστραπιαία ανάμεσα στη φυγή (να τρέξει μακριά για να σωθεί) και την πάλη (να αγωνιστεί). Αυτή η εγρήγορση -εφόσον κρατά λίγο- μας βοηθά, πολλές φορές ακόμη και να επιβιώσουμε.

Τα πράγματα, βέβαια, αλλάζουν όταν μιλάμε για ένα πολύ ισχυρό στρες, όπως θα ήταν αυτό που μπορεί να προκαλέσει ένα εξαιρετικά τραυματικό γεγονός, π.χ. ένας βιασμός, κάτι που μπορεί να έχει μόνιμες αρνητικές επιδράσεις στον οργανισμό. Το χρόνιο στρες, δηλαδή το να έχουμε συχνά στρες που διαρκεί πολύ και να αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να το ελέγξουμε (μη ελεγχόμενο χρόνιο στρες), είναι απειλή για την υγεία και την ψυχική μας ισορροπία.

Σημαντικός ο ρόλος της οικογένειας.

Ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει το πόσο θα επηρεάζονται η διάθεση, αλλά και η υγεία μας, από το στρες είναι οι… γονείς μας. Επειδή:

Υπάρχουν γονίδια που κληρονομούμε από τους προγόνους μας και, έως ένα βαθμό, καθορίζουν την αντίδρασή μας στο στρες.

› Ο βαθμός ηρεμίας της ενδομήτριας ζωής που περάσαμε, δηλαδή της περιόδου που η μητέρα μας ήταν έγκυος, επηρεάζει το αν θα γίνουμε αγχώδεις ενήλικοι ή όχι.

› Η «στρεσαρισμένη» ή, αντίθετα, ανέφελη παιδική μας ηλικία παίζει σημαντικό ρόλο στο πόσο θα αγχωνόμαστε όταν μεγαλώσουμε.

› Ακολουθούμε το πρότυπο των γονιών μας και μαθαίνουμε από αυτούς ποιες καταστάσεις πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ως στρεσογόνες και με ποιον τρόπο να τις αντιμετωπίζουμε.

 Τι είναι μια ψυχοσωματική ασθένεια.

Οι ειδικοί εξηγούν ότι κάθε νόσημα υπόκειται στην αλληλεπίδραση οργανικών, ψυχολογικών, καθώς και κοινωνικοοικονομικών παραγόντων. Έχει επικρατήσει, ωστόσο, να θεωρούμε «ψυχοσωματικά» εκείνα τα νοσήματα στα οποία είναι καθοριστική η συμβολή του ψυχολογικού παράγοντα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στις ψυχοσωματικές νόσους παύουν να παίζουν σημαντικό ρόλο η κληρονομικότη­τα-γενετική προδιάθεση κάθε ατόμου, ο τρόπος ζωής και η ευπάθεια-ευαισθησία του καθενός. Οι ­αναλογίες, δηλαδή, είναι σχετικές.

Για παράδειγμα, όταν κάποιος χάσει ένα αγαπη­μένο του πρόσωπο, είναι πιθανό να παρουσιάσει υπέρταση, ακόμη και καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε κάποιον άλλον, το ίδιο γεγονός μπορεί να προκαλέσει προβλήματα με το στομάχι ή το έντερο, ενώ ένας τρίτος είναι πιθανό να μην παρουσιάσει κανένα σοβαρό σωματικό σύμπτωμα.

Στρες και ανοσοποιητικό: Μια περίεργη σχέση.

Υπάρχει μια περίεργη συσχέτιση μεταξύ του στρες και του ανοσοποιητικού συστήματος. Φαίνεται ότι ένα οξύ στρες διεγείρει το ανοσοποιητικό, ενώ αντίθετα το χρόνιο μειώνει τη λειτουργία του. Έτσι, όταν βρισκόμαστε σε περιόδους στρες, ο οργανισμός μας είναι πιο ευάλωτος σε ασθένειες.

Ένα πολύ συνηθισμένο παράδειγμα είναι οι ιώσεις (π.χ. το κοινό κρυολόγημα), που μας ταλαιπωρούν ακόμη περισσότερο όταν είμαστε κουρασμένοι και αγχωμένοι. Αλλά, ακόμη κι αν περάσει η περίοδος του χρόνιου στρες και ξαναβρούμε τους κανονικούς μας ρυθμούς, το ανοσοποιητικό μας σύστημα πιθανόν να έχει διαταραχθεί.

Έτσι, αντιμετωπίζει τον ίδιο τον οργανισμό σαν κάτι ξένο και στρέφεται εναντίον ενός ή περισσότερων οργάνων του (αρθρώσεις, θυρεοειδής αδένας, δέρμα, καρδιά, νεφρά, εγκέφαλος), προκαλώντας τα λεγόμενα «αυτοάνοσα» νοσήματα (π.χ. λύκος, θυρεοειδίτιδα, ρευματοειδής αρθρίτιδα, λεύκη, γυροειδής αλωπεκία κ.ά.).

Οι ειδικοί, μάλιστα, έχουν παρατηρήσει ότι άνθρωποι που εμφανίζουν αυτοάνοσα νοσήματα, πριν από την έναρξη της νόσου έχουν συχνά υποστεί έναν έντονο συγκινησιακό κλονισμό (π.χ. είχαν χάσει κάποιο δικό τους, είχαν χωρίσει ή απολυθεί) και, επιπλέον, είναι στην πλειονότητά τους άτομα που δεν μπορούν να διαχειριστούν σωστά το στρες.

Φυσικά, η αιτιολογία και αυτών των νοσημάτων είναι πολυπαραγοντική. Δηλαδή, εκτός από το στρες, μεγάλο ρόλο παίζουν και η κληρονομικότητα, το περιβάλλον και οι ορμόνες.

Ποιοι υποφέρουν περισσότερο.

Μεγαλύτερη ευαισθησία στο στρες έχουν:

› Οι γυναίκες, εξαιτίας των ορμονικών διακυμάνσεων και της ιδιαίτερης βιοχημείας του εγκεφάλου τους.

› Οι νέοι άνθρωποι. Συνήθως, όσο περνάνε τα χρόνια, κυρίως μετά την ηλικία των 30 ετών, οι άνθρωποι ηρεμούν, αποκτούν περισσότερες εμπειρίες, ωριμάζουν και αυτό τους βοηθά να χειρίζονται καλύτερα τις καταστάσεις.

Πηγή


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 38 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)