Η Αριστερά και η θεωρία της πινέζας

push-pin_green

Όταν ο νονός της «επανάστασης των διευθυντών», δημοσιολόγος και φιλόσοφος κοινωνιολόγος Ρεϊμόν Αρόν, προσπαθούσε να μεταλαμπαδεύσει στην Ευρώπη την γόνιμη σκέψη του Μπέρναμ, φαντάζομαι πως θα ήταν αδύνατον να πιστέψει κι ο ίδιος την προφητική δύναμη του Αμερικανού «μετανοημένου» τροτσκιστή.

Διότι μπορεί σε ελάχιστο (για το εύρος και βάθος του πνευματικού εγχειρήματος) χρονικό διάστημα ο Τζέιμς Μπέρναμ να πήδηξε στην σωτήρια λέμβο τού τεχνοκρατικού διευθυντηρίου και της δικτατορίας των μάνατζερς, αλλά μέχρι ο Ντάνιελ Μπελ να «κηδέψει» την ιδεολογία ως κινητήριο μοχλό των σύγχρονων κοινωνιών, το 1960, καταδεικνύοντας τον εκφυλισμό της μαρξιστικής θεωρίας, η αριστερή διανόηση της Ευρώπης και -σε μικρότερο βαθμό- της Αμερικής μπόρεσε να «φυγαδεύσει» στην αιωνιότητα το «αποπαίδι» των πάλαι ποτέ μαρξιστών: Την λαϊκιστική ρητορική των τσιτάτων, μέσω της οποίας οι μάζες επρόκειτο στο εξής να διατηρούν άσβεστη την ελπίδα για βελτίωση των συνθηκών ζωής, για περισσότερο κοινωνικό κράτος και, τέλος, για εξασφάλιση ενός ανθρώπινου μέλλοντος για τις επερχόμενες γενιές.

Ωστόσο, στην πολεμική του κατά του μαρξισμού, ο ίδιος ο δάσκαλος Αρόν είχε επισημάνει τον βασικότερο παράγοντα που καθιστούσε την εξελικτική πορεία προς την «δικτατορία του προλεταριάτου» εν αμφιβόλω: Το απρόβλεπτο της ανθρώπινης δράσης. Εν ολίγοις, οι άνθρωποι δεν μπορεί να είναι προβλέψιμοι ούτε στα αυτονόητα. Κι αυτό το απογοητευτικό συμπέρασμα σήμερα θεωρείται περισσότερο από ποτέ δικαιωμένο, αν παρατηρήσει κανείς την ευκολία με την οποία, σε παγκόσμια κλίμακα, οι πολίτες κατέθεσαν τα όπλα της αντίστασης, τα όπλα με τα οποία επί δεκαετίες αγωνίστηκαν σκληρά για να κατακτήσουν τα δίκαιά τους.

Βεβαίως οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, ξεπερνώντας ακόμη κι αυτούς τους… πρωταγωνιστές τους! Η πρώτη αριστερή ελληνική κυβέρνηση, για παράδειγμα, δέσμια όπως ακριβώς οι προηγούμενες στο άρμα των Βρυξελλών, αναγκάζεται να βαφτίσει το κρέας ψάρι και μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα να ανατρέψει την νίκη του 62% σε ήττα ενός αμφίρροπου 57%, μεθερμηνεύοντας κατά το δοκούν το ερώτημα ενός ουσιαστικά αχρείαστου δημοψηφίσματος. Η αριστεριστική ρητορική ασφαλώς παραμένει, αυτό που αλλάζει είναι η ερμηνεία τού τι θεωρείται πλέον ως «αριστερή» σκέψη και σκοπός. Και ο κότινος των αγώνων σαφώς καθορίζεται από την συγκυρία: Δεν είναι εποχές για επαναστάσεις κι εξόδους, θα πουν πολλοί, το μόνο ασφαλές μέλλον είναι εντός της ευρωπαϊκής οικογενείας…

Θα άξιζε ίσως να διερωτηθούμε: Άραγε πότε ήταν καλή εποχή για μια «επανάσταση», ποιες θα ήταν οι κατάλληλες συγκυρίες και ποιος θα καθόριζε την στιγμή της έναρξης, τον τρόπο τού αγώνα, την διάρκεια και, σε τελευταία ανάλυση, την λήξη;

Προσωπικά πιστεύω ότι τέτοιου είδους ερωτήματα ελάχιστα (ή και καθόλου) αποδεικνύονται χρήσιμα στις μέρες μας. Τα πολιτικά κόμματα (και οι ιδεολογίες, οι σκοπιμότητες, τα μέσα έκφρασης και δράσης που τα συνοδεύουν και τα χαρακτηρίζουν) αποτελούν θεσμικά απολιθώματα μιας άλλης, παρελθούσης ανεπιστρεπτί εποχής, καθώς η παγκοσμιοποιημένη Οικονομία έχει, συνειδητά ή μη, εκτοπίσει τον εθνικιστικό παράγοντα και έχει τελεσίδικα καθορίσει το τερέν της σύγχρονης πάλης με όρους τεχνοκρατικούς. Φαίνεται πως, στο μεθυσμένο από εργασιακές και κοινωνικές κατακτήσεις διάστημα από τον Μάη του ’68 έως την εποχή του smartphone και της Google, οι «διευθυντές» του Μπέρναμ και του Αρόν βρικολάκιασαν! Πολύ πιθανό…

Το πιθανότερο όμως είναι ότι ουδέποτε είχαν πεθάνει! Εξύφαιναν υπομονετικά το σχέδιό τους, αφήνοντας τις κοινωνίες στον λήθαργο μιας απατηλής ευδαιμονίας που έβρισκε ερείσματα στις δήθεν κοινωνικές και εργασιακές κατακτήσεις, μέχρις ότου γιγαντωθούν και αναλάβουν δυναμικά τα ηνία της εξουσίας. Υπ΄ αυτήν την έννοια, δεν θα υπάρξει ποτέ πλέον «κατάλληλη» για επαναστάσεις εποχή. Οι λαοί έχουν περάσει πια τον «Ρουβίκωνα» της αυτοδιαχείρισης, κι έτσι μπορεί κάλλιστα να εξηγηθεί η κάμψη κάθε αγωνιστικού φρονήματος, η παρατηρούμενη παθητικότητα, η έλλειψη διάθεσης για νέες κατακτήσεις -ακόμη δε και για διαφύλαξη των ήδη κεκτημένων.

Οι κοινωνίες υπόκεινται κι αυτές σε συγκεκριμένες νομοτέλειες. Η ελαχιστοποίηση της επιφάνειας διείσδυσης αυξάνει την ευκολία πραγμάτωσής της, διδάσκει η Φυσική. Στον κανόνα αυτόν στηρίζεται η αποτελεσματικότητα της πινέζας. Η αριστεριστική ρητορική, δεκαετίες ολόκληρες, αποτελούσε την «πινέζα» που εισχωρούσε στο πετσί τού καπιταλισμού. Με την προϋπόθεση πως το δάκτυλο την πίεζει από το «κεφάλι» -όχι από την ακίδα…


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 505 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)