Να παλεύεις για το αδύνατο κι ας τρως τα μούτρα σου…

artone-music-marcus-schossow-reverie-swing-artone-girl-sky-vintage-hd-wallpaper-600x338
 Πάντα ζητούσε μια κούνια.

Παιδιάστικο αλλά κανείς δεν μπορούσε να την κάνει να νιώσει καλύτερα, να σκεφτεί καθαρότερα, να αποφασίσει. Εκείνο το λίκνισμα της κούνια της άκρη του κήπου, κάτω από τον πλάτανο. Όσα χρόνια αυτή, τόσα κι η κούνια.

Το δικό της καταφύγιο.
Να κουνάει τα πόδια και να ανεβαίνει ψηλά. Να τη χτυπά ο αέρας και να καθαρίζει το κεφάλι της. Να αποκτά διαύγεια που πριν, παρασυρμένη από έντονα συναισθήματα, δεν είχε.
Μια κούνια…

Κι ας μην ήταν πια μικρό παιδί. Κι ας ήταν ολόκληρη γυναίκα που πέρασε δια πυρός και σιδήρου.
Θανάτους, αποτυχίες, απιστίες, προδοσίες.
Όλη της η ζωή χαραγμένη στο δέντρο της νιότης της.

Κι εκείνη να τεντώνει τα πόδια προσπαθώντας να φτάσει το κοντύτερο κλαδί. Να ακουμπήσει με το πόδι τα φύλλα του κι ύστερα να πηδήξει. Τρόμαζε η μάνα σαν την έβλεπε να εκσφενδονίζεται στον αέρα σα γάτα.

Έβγαζε μια κραυγή και σχεδόν αμέσως άκουγε το γνωστό πια “Θα γκρεμοτσακιστείς, μεγάλωσες”.
Ναι, είχε μεγαλώσει. Και μαζί με αυτήν και τα προβλήματα της.

Κι αυτή έπρεπε να τα αντιμετωπίζει.
Αλλά δεν τα κατάφερνε πάντα.
Δεν ήξερε τι να αποφασίσει. Δεν ήξερε ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος.
Αν φτάσω το κλαδί, θα πω “ναι”, σκεφτόταν.
Αν δεν το φτάσω, τότε “όχι”.
Επιτυχία, αποτυχία. Ναι και όχι.
Θα γίνει ή δε θα γίνει.
Όλα στην τροχιά της κούνιας. Της αιώνιας αγαπημένης της.

Ίσως να της είχε μείνει κατάλοιπο από τότε που μικρή ο μπαμπάς την έσπρωχνε κι εκείνη ξεκαρδισμένη κουνούσε άτακτα τα πόδια της. Στο άγγιγμα των χεριών του μπαμπά στην πλάτη της, ένιωθε πως της ανήκε όλος ο κόσμος.

Αυτός έφυγε. Η κούνια έμεινε εκεί κι αυτή αναζητά την προστασία της. Ικέτιδα στις ρίζες του δέντρου επικαλείται τις προστατευτικές της δυνάμεις για να μπορέσει να αποφασίσει σωστά.

Γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι.
Ψάχνουν πάντα ένα ερημητήριο για να προφυλαχθούν, να σκεφτούν, να αποφασίσουν. Να δουν με καθαρό μυαλό τι έτρεξε κι έφτασαν τη ζωή τους εκεί που είναι, τι έπρεπε να κάνουν αλλιώς, τι πρέπει να κάνουν παρακάτω.

Κλείνονται στη μοναξιά τους και καλούν την όποια δύναμη θεωρούν ότι τους προστατεύει.
Την καλούν σε βοήθεια για να μπορέσουν να βρουν το παρακάτω τους.
Εκείνο που πρέπει να κάνουν, εκείνο που θέλουν αλλά δε βρίσκουν τη δύναμη να τολμήσουν…
Δεν κρατούν μυστικά. Τα λένε όλα, δίχως ψέματα και δικαιολογίες.
Στέκουν γυμνοί κι αφτιασίδωτοι και κάνουν την αυτοκριτική τους.
Παλεύουν μέσα τους κι αποφασίζουν.

Σωστά ή λάθος, κανείς δεν μπορεί με απαρασάλευτη βεβαιότητα να αποφασίσει.
Αλλά έτσι είναι η ζωή και κανείς δεν μπορεί να την αλλάξει. ‘Ομορφη κι αβέβαιη.
Και φίλη εύκολα δεν πιάνεται. Δε σε παίρνει να επαναπαυτείς και να την αφήσεις στα αδιεκδίκητα… Γιατί θα σου φύγει.

Όπως έφευγαν κι εκείνης τα φύλλα του κλαδιού κάτω από τα πόδια της. Κι αυτά που μέχρι χθες έφτανε κι έκανε δικά της, την κοιτούσαν ειρωνικά κι έστεκαν χιλιοστά μακριά από το πέλμα της.
Κι εκείνη ήξερε τότε πως έπρεπε να κάνει άλλη μια προσπάθεια. Να βάλει δύναμη και να τα φτάσει. Να προσπαθήσει να κάνει τα αδύνατα εφικτά, να μακρύνει ακόμη και το κορμί της για να φτάσει το στόχο της. Μα πως να μακρύνει το κορμί, γίνεται;

Έτσι, λοιπόν και η κούνια, ακόμη και στην αποτυχία της έδινε αυτό που ήθελε να πάρει. Τη συμβουλή που χρειάζονταν περισσότερο από το κάθε τι…

Να παλεύει για το αδύνατο. Να ορθώνει πρώτα τη θέληση κι ύστερα την ύπαρξη της ολόκληρη και να διεκδικεί… Κι ας γκρεμοτσακίζεται. Κι ας τρώει τα μούτρα της.

Θα έρθει η ώρα που θα τα καταφέρει. Όχι γιατί ψήλωσε δυο πόντους το μπόι της, αλλά γιατί θέριεψε μέτρα ολόκληρα η θέληση της.

Γράφει η Στεύη Τσούτση.

Πηγή


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 261 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)