Πώς η συνάντηση με το παιδί μέσα μου, μου άλλαξε τη ζωή

trees_moon_kids_children_artwo_2560x1600_

Μία από τις σπουδαιότερες εμπειρίες της ζωής μου ήταν η στιγμή που συνάντησα το παιδί μέσα μου. Η συνεδρία προχωρούσε ομαλά, απαντούσα στις ερωτήσεις που μου ετίθεντο καθώς ένιωθα το σώμα μου να χαλαρώνει ολοένα και πιο βαθιά και αφηνόμουν στη γνωστή διαδικασία.  Κάποια στιγμή μία φαινομενικά απλή ερώτηση ήρθε να με ταράξει: «Είσαι πάντα τόσο σοβαρός;»

«Εεεμμ, δεν… ξέρω… υποθέτω πως ναι» απάντησα με κάποια δυσκολία και προτού καταλάβω τι είχε συμβεί τα μάτια μου βούρκωσαν.

«Μπορείς να καλέσεις αυτόν τον σοβαρό εαυτό σου να έρθει;» ήταν η επόμενη ερώτηση του θεραπευτή.

Ακολούθησε μια μακρά παύση και ξαφνικά μπροστά μου εμφανίστηκε ένα μικρό παιδί κοντά στην ηλικία των 8 ετών. Καθόταν στο παιδικό του δωμάτιο, καθισμένο στο πάτωμα με λυγισμένα τα γόνατα προς τα πάνω. Είχε αγκαλιάσει τα γόνατά του με τα χέρια του και είχε τοποθετήσει το πηγούνι του πάνω τους. Δίπλα του υπήρχαν λίγα σκόρπια παιχνίδια που φαίνονταν παρατημένα. Αναγνώριζα στο πρόσωπο αυτού του παιδιού τον εαυτό μου και η σκηνή που αντίκριζα μου ξυπνούσε βαθιές μνήμες που δεν μπορούσαν να εξηγηθούν . Πλησίασα με προσοχή και τρυφερότητα το παιδί και του μίλησα:

– Γεια σου, είσαι στεναχωρημένος;

– Άσε.. έχω χίλια δυο προβλήματα, απάντησε το παιδί συνοφρυωμένο και σοβαρό.

Η εικόνα του μικρού παιδιού που απάντησε με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούσε παρά να μου προκαλέσει ανάμεικτα συναισθήματα. Ένα απορημένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου.

– Δηλαδή τι προβλήματα έχεις;

– Να… ο μπαμπάς μου λείπει για πολύ καιρό και τώρα εγώ είμαι ο άντρας του σπιτιού. Έχω να φροντίσω τη μαμά, να προσέχω τη μικρή μου αδερφή, να φροντίζω το σπίτι όσο η μαμά μου λείπει και εκτός αυτού πρέπει να προσποιούμαι συνέχεια ότι είμαι καλά για να μην αισθανθεί η αδερφή μου άσχημα που ο μπαμπάς δεν είναι εδώ.

Τα λόγια του ακούστηκαν σαν βόμβες στην ύπαρξή μου. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει και η μητέρα μας το είπε μόνο όταν μεγαλώσαμε αρκετά. Πραγματικά, εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Η μητέρα μου, προσπαθώντας κι εκείνη να αντιμετωπίσει την κατάσταση με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσε, σκέφτηκε ότι ήταν καλή ιδέα να μου επαναλαμβάνει ότι πλέον εγώ ήμουν ο άντρας του σπιτιού και ότι έπρεπε να αντικαταστήσω με κάποιον τρόπο την παρουσία του πατέρα μου στο σπίτι. Ο πατέρας μας ήταν η πηγή της ασφάλειας στο σπίτι, ενώ η μητέρα μας ήταν αυτή που μας έδινε όλη την αγάπη του κόσμου.

Στην προσπάθειά μου να υπακούσω στην εντολή της μητέρας μου ότι έπρεπε να αντικαταστήσω την παρουσία του πατέρα μας προσπάθησα να τον μιμηθώ. Να γίνω σοβαρός, να λέω «Μην ανησυχείς, θα το αναλάβω εγώ» και να προσπαθώ να κάνω τα πάντα ώστε οι άλλοι να μπορούν να βασίζονται πάνω μου. Κάπως έτσι διέκοψα πρόωρα την παιδική μου ηλικία, απομακρύνθηκα από το παιχνίδι, το γέλιο, τη χαρά και οτιδήποτε πίστευα ότι δεν εξυπηρετούσε το ρόλο του «βράχου» ή της «κολώνας» του σπιτιού.

Όλες αυτές οι συνειδητοποιήσεις κατέκλυσαν την ύπαρξή μου και κοιτώντας τον μικρό μου εαυτό του είπα με ανάμεικτα συναισθήματα θυμού και αγάπης:

– Μην σε απασχολούν αυτά μωρό μου. Δεν είσαι ο άντρας αυτού του σπιτιού και ούτε χρειάζεται να φέρεσαι σαν να είσαι. Και θέλεις να σου πω και κάτι; Αν θέλεις πραγματικά να τους κάνεις όλους να χαρούν, τότε να είσαι ο εαυτός σου. Να παίζεις, να γελάς, να κλαις όποτε σου έρθει. Να κάνεις για τους άλλους τόσα όσα μπορείς και θέλεις. Τίποτα παραπάνω! Έτσι μόνο θα είναι και οι άλλοι χαρούμενοι. Να παίζεις και να γελάς και να κλαις, μ’ ακούς;

Ο μικρός εαυτός μου με κοίταζε με ένα βαθύ και συνάμα ελπιδοφόρο βλέμμα. Σε λίγο όμως το βλέμμα του πάλι σκοτείνιασε και μου είπε:

– Εσύ τα κάνεις όλα αυτά που μου είπες; Το μόνο που σε ενδιαφέρει, ακόμα και τώρα στα 42 σου, είναι πως θα είσαι ο καλύτερος φίλος για τους φίλους σου, ο καλύτερος σύντροφος για τη γυναίκα σου, ο καλύτερος αδερφός για την αδερφή σου και το καλύτερο παιδί για τη μαμά σου. Εσύ πότε είσαι ο εαυτός σου; Εσύ πότε παίζεις, γελάς και κλαις;

Τα λόγια του μικρού μου εαυτού ήταν σαν μια γροθιά στο στομάχι που μου έκοψε την ανάσα. Ταυτόχρονα όμως ήταν και σαν μια σφαλιάρα αφύπνισης. Πόσο δίκιο είχε! Από τότε είχα ντυθεί αυτό το ρόλο, το ρόλο του βράχου, το ρόλο του στηρίγματος και τον υπηρετούσα ανελλιπώς όλη μου τη ζωή. Ήμουν πάντα το στήριγμα των άλλων. Τόσο πολύ που είχα ξεχάσει πως είναι να είμαι ο εαυτός μου. Ήμουν ο «ψυχολόγος» των φίλων μου, της μάνας μου, της γυναίκας μου, της αδερφής μου, των συναδέλφων μου. Όλοι ένιωθαν πολύ άνετα να μου λένε τα προβλήματά τους.

Εξάλλου, αν υπήρχε τρόπος να τους βοηθήσω, ήταν βέβαιο ότι θα το έκανα και εάν δεν μπορούσα, θα το κατάπινα μέσα μου και θα αισθανόμουν πάρα πολύ άσχημα που δεν περνούσε κάτι από το χέρι μου. Ακόμα και τότε όμως, συνέχιζα να ακούω τα ίδια και τα ίδια προβλήματα χωρίς να διαμαρτύρομαι ποτέ. Μάλιστα, μπορώ να σας εκμυστηρευθώ ότι μέσα μου ένιωθα και μια ανεπαίσθητη χαρά, όταν οι άλλοι έβρισκαν στο πρόσωπό μου το στήριγμά τους…

Αφού χάθηκα για λίγο στις σκέψεις μου, απευθύνθηκα στον μικρό μου εαυτό:

– Εντάξει, έχεις δίκιο! Έχεις ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΔΙΚΙΟ! Θέλεις να δώσουμε μια υπόσχεση; Θέλεις να αρχίσουμε και οι δύο να αλλάζουμε σιγά – σιγά τη ζωή μας; Θέλεις να γίνουμε πραγματικά ο εαυτός μας; Να παίζουμε, να γελάμε και να κλαίμε όποτε θέλουμε;

– Ναιιιιιιι!!! Αναφώνησε ο μικρός και σηκώθηκε όλο έξαψη.

Ανοίξαμε και οι δύο τα χέρια μας και κάναμε μια μεγάλη, αληθινή, ζεστή αγκαλιά. Αυτήν την αγκαλιά την αποκαλώ «Η Αγκαλιά της Αυθεντικότητας» και θα με συντροφεύει για πάντα στη ζωή μου.

Μετά από αυτήν την εμπειρία άρχισα σταδιακά να αλλάζω τη ζωή μου και τις σχέσεις μου με τους άλλους. Πολλές σχέσεις διακόπηκαν, ακόμα και ο γάμος μου παραλίγο να καταρρεύσει. Ακολούθησε μια επώδυνη περίοδος αναπροσαρμογής. Δεν ήθελα πια να είμαι το στήριγμα κανενός. Ήθελα οι σχέσεις μου να ήταν επί ίσοις όροις.

Και σταδιακά έμειναν λίγοι μα καλοί φίλοι, ενώ η σχέση μου με τη σύντροφό μου αποκαταστάθηκε. Δεν θα ήθελα να το ωραιοποιήσω περισσότερο από ότι είναι στην πραγματικότητα. Δεν είναι ότι τώρα πετάω σε πελάγη ευτυχίας ενώ πριν ήμουν δυστυχισμένος. Αυτό που μπορώ να πω απλά είναι ότι είμαι περισσότερο εγώ και φοβισμένα, κάνω περισσότερα βήματα για να με γνωρίσω. Και πλέον, επιτρέπω στον εαυτό μου να παίζει, να γελάει και να κλαίει. Και κάθε φορά που το κάνω, νιώθω το μικρό μου εαυτό να μου κλείνει το μάτι με νόημα και να κάνει κι εκείνος τα δικά του βήματα προς την ελευθερία.

Αλέξανδρος Π.

Πηγή


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 257 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)