Άσε με να σου πω για τους μεγάλους, τους πόνους της καρδιάς…

o-WOMAN-SAD-DIVORCE-facebook-1024x680

Άσε με να σου πω για τους μεγάλους πόνους.
Που είναι πάντα της καρδιάς.

Όσος καιρός κι αν περάσει, όσο κι αν λένε πως ο χρόνος τα γιατρεύει όλα, είναι κάποιες πληγές που μένουν πάντα ανοιχτές.

Επουλώνονται επιφανειακά όμως συνεχίζουν να αιμορραγούν εσωτερικά, έχουν ριζώσει βαθιά, έχουν γίνει ένα με σένα.

Όσο κι αν ευτυχήσεις στη ζωή σου, όσο κι αν πείσεις τον εαυτό σου και τους άλλους πως προχώρησες, έρχονται κάτι ώρες, συχνά-πυκνά τις πιο ακατάλληλες στιγμές, που κάποιοι ασύνδετοι με την πρώτη ματιά συνειρμοί σε οδηγούν σε ό,τι με κόπο προσπαθείς να αφήσεις πίσω στο παρελθόν, εκεί που ανήκει.

Ή καλύτερα, εκεί που θα ήθελες να ανήκει.

Όμως εκείνο έρχεται και γίνεται παρόν, εισβάλει με τη μορφή μυρωδιάς, μουσικής, εικόνας.

Εκείνο το περασμένο-αξεπέραστο. Ο πόνος που γίνεται εμμονή.

Οι χειρότερες νύχτες σου αναβιώνουν και στήνουν χορό.

Ένα αντίο, ένα τέλος, ένα «θέλω αλλά δεν πρέπει», «θέλω αλλά δεν μπορώ» έρχεται και σε τσακίζει ακόμη μια φορά.

Παλεύεις με τα «γιατί», τα «αν», τα «ίσως» σου.

Πάνε και ριζώνουν στην καρδιά σου σαν καρφιά και κάθε τόσο γυρίζουν από μόνα τους.

Σαν σκουριασμένα γρανάζια που τους αρκεί μια υποψία αδύναμης στιγμής για να αρχίσουν να δουλεύουν αντίθετα και να σε τραβάνε πάλι προς τα πίσω.

Σε πηγαίνουν σε ό,τι έληξε. Ή νομίζεις πως έληξε. Κι εσύ ματώνεις ξανά και ξανά.

Επιστρέφεις στους ανοιχτούς λογαριασμούς της καρδιάς σου, προσπαθείς να τους κλείσεις, να ξοφλήσεις το δάνειο, να δώσεις πίσω ότι πήρες δανεικό μήπως και σου μείνει κουράγιο να επενδύσεις σε κάτι που θα σου δώσει λιγότερο πόνο.

Φθείρεσαι. Παλεύεις με τους δαίμονες σου.

«Συγκεντρώσου, ηλίθιε. Αν ήταν να συνεχιστεί, δεν θα τέλειωνε, θα κρατούσε πιο πολύ» φωνάζεις στον εαυτό σου.

Μάταια. Αγωνίζεσαι να παριστάνεις πως καταλαβαίνεις τις αιτίες που τα πράγματα ήρθαν έτσι.

«Κάποιος τα έφερε. Που να μας πάρει, εγώ, εσύ, εμείς».  

Κουράζεσαι να νιώθεις γελοίος.

Να φοβάσαι μήπως κάποιος ανακαλύψει το βλέμμα σου τις ώρες που ταξιδεύει στο παρελθόν και βρει τρόπο να τρυπώσει στις πιο μύχιες σκέψεις σου, στις πιο δυνατές αναμνήσεις σου.

Εκεί που ο χρόνος σταματά. Τη στιγμή των στιγμών σου. Την κορύφωση της καρδιάς σου.

Όταν τα πάντα τίναξαν πάθος και έρωτα. Όταν πλημμύρισες συναισθήματα.

Τα πιο έντονα, τα πιο λάγνα, τα πιο ερωτικά.

Κρατάς εκείνες τις ώρες καλά κρυμμένες, προστατευμένες μέσα σου.

Κι αυτές γιγαντώνονται κάθε τόσο, σαν ηφαίστεια ενεργά, με την καυτή λάβα του έρωτα να καίει τα σωθικά σου.

Πόσο ακόμα; Πόσο καιρό μετά;

Ποιος είπε πως η ένταση είναι ελκυστική αλλά οδυνηρή, γι αυτό δεν μπορούμε να την αντέξουμε;

Εσένα να ρωτήσουν που τη νιώθεις κάθε τόσο να έρχεται, γιατί έχει γίνει φίλη σου.

Η ένταση  του πόνου, η ένταση της στιγμής, η ένταση του έρωτα. Όλα στο κόκκινο.

Η καρδιά σου δουλεύει μόνιμα στο μάξιμουμ.

Που και που σταματάς να ξαποστάσεις και πάλι ξανά, στα ύψη.

Το κοντέρ να γράφει χιλιόμετρα μπροστά, μακριά από τα παλιά και να αρκεί μια πινακίδα για παράκαμψη, ένα «κλειστό λόγω έργων» για να σε πάει πάλι πίσω.

Στο μηδέν. Στην αρχή. Στο ναδίρ και το ζενίθ σου. Στα όλα σου.

Και κρατάς τον πόνο να σου γεμίζει το κενό, το χώρο.

Είναι ο μόνος που έχει απομείνει. Αυτός και οι αναμνήσεις σου.

Ο πόθος δεν ελέγχεται με την λογική. Κυκλοφορεί σε άλλη περιοχή του είναι.

Αυτό το ξέρεις καλά. Το έμαθες μετά τις τόσες φορές που προσπάθησες να τον καταλαγιάσεις, να τον ηρεμήσεις, να τον εξαφανίσεις.

Δεν παλεύεται ο πόθος. Είναι αγρίμι, κυκλοφορεί ελεύθερος. Εμφανίζεται όποτε γουστάρει.

Κι εσένα σε γουστάρει. Θέλει να σε βλέπει να πονάς από έρωτα, να ερωτεύεσαι τον πόνο.

Φοβάσαι να κάνεις οτιδήποτε μήπως και καταλήξεις να πονάς περισσότερο.

Μαρτύριο είναι πάντα ο διχασμός, τα επιχειρήματα της αμφιβολίας.

Τα διλλήματα του νου, τα παζάρια της καρδιάς.

Κατά βάθος το ξέρεις, τίποτα δεν τελειώνει αν δεν πάρεις την απόφαση να το τελειώσεις από παντού.

Ελευθερία είναι να μπορείς να κοιτάς κατάματα ό,τι σε πονά.

Κοίταξέ το. Αποφάσισέ το. Και τέλειωσέ το.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιωάννας Γκανέτσα, Ο έρωτας δε θέλει τίτλο.

Γράφει η Ιωάννα Γκανέτσα.

Πηγή


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 92 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)