Διαδικτυακές φιλίες. Πόσο αληθινές είναι;

filies

Με δεδομένη την πρωτοφανή επιτυχία που σημειώνουν στη χώρα μας τα sites κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα μάλιστα στους έφηβους, που τείνουν να «μετρούν» τη δημοφιλία τους βάσει των διαδικτυακών τους φίλων και να εκθέτουν σε… κοινή θέα, περισσότερες προσωπικές πληροφορίες από όσες θα έπρεπε, το life positive έρχεται να θέσει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα: Πόσο «αληθινοί» είναι οι on-line φίλοι μας; Είναι τα social media ένας πραγματικός «χώρος συνάντησης» ή μια εικονική πραγματικότητα που μας δίνει την αίσθηση της κοινωνικότητας, όσο στην πραγματικότητα βουλιάζουμε στην απομόνωση;

Οι διαπροσωπικές σχέσεις, φιλικές, οικογενειακές, ερωτικές, συντροφικές είναι σίγουρα απαραίτητες. Πάντα χρειαζόμασταν και χρειαζόμαστε τους φίλους και τους κοντινούς μας ανθρώπους, αφού χωρίς αυτούς θα ζούσαμε στη μοναξιά και η ζωή μας θα έμοιαζε κενή.

Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την ίδια την ιστορία του ανθρώπου. Οι πρόγονοί μας κατάλαβαν από πολύ νωρίς ότι για να έχουν καλύτερη, ευκολότερη ζωή και πιο παραγωγική, αλλά και για να επιτύχουν την ευημερία, θα έπρεπε να οργανωθούν σε κοινωνίες.

Σήμερα, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Το Διαδίκτυο και οι νέες τεχνολογίες μάς έχουν φέρει πιο «κοντά» με όσους γνωρίζουμε, αλλά είναι μακριά και έχουν οδηγήσει πολλές ξεχασμένες φιλίες στην επανένωση. Πόσους φίλους όμως μπορεί να έχει κάποιος; Και κατά πόσο οι διαδικτυακές φιλίες αντέχουν στο χρόνο και στη φθορά;

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, υπολογίζεται ότι ο μέγιστος αριθμός ανθρώπων που ζούσαν και συνυπήρχαν στις πρώτες εκείνες κοινότητες των κυνηγών- τροφοσυλλεκτών δεν ξεπερνούσε τους 150. Ο αριθμός 150 συμπίπτει με τον αριθμό των ανθρώπων με τους οποίους μπορούμε να μοιραστούμε την εμπιστοσύνη και τις υποχρεώσεις μας, τα προβλήματα, τις χαρές, τις λύπες και τις σκέψεις μας, σύμφωνα με τις μελέτες των εξελικτικών ανθρωπολόγων. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι ο αριθμός αυτός αντιπροσωπεύει το «γνωστικό όριο» των φίλων που έχουμε τη δυνατότητα να διατηρήσουμε, αλλά και τον μέγιστο αριθμό ανθρώπων που μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε. Έτσι, μπορεί να καυχιόμαστε για τους χιλιάδες φίλους που έχουμε στο Facebook, αλλά ένα είναι σίγουρο: οι επιστήμονες θεωρούν, και μάλλον δεν απέχει πολύ απο την πραγματικότητα, ότι δεν μπορούμε να «τροφοδοτήσουμε» όλες αυτές τις σχέσεις με όλα εκείνα τα συστατικά που είναι απαραίτητα για να είναι επιτυχημένες.

Οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook έχουν αλλάξει ριζικά το τοπίο της φιλίας. Ίσως το μυστικό να βρίσκεται στην ευκολία με την οποία μπορούμε πλέον να βρισκόμαστε σε επαφή με όσους θέλουμε. Έχουμε όμως τη δυνατότητα να διατηρήσουμε την ποιότητα στη σχέση, με όλους όσους συναναστρεφόμαστε διαδικτυακά κατά καιρούς; Σε πόσους από αυτούς μπορούμε να βασιστούμε σε μια ώρα ανάγκης; Σίγουρα όχι σε πολλούς. Πρόκειται, ωστόσο, για μια συνειδητοποίηση που ίσως είναι πιο εύκολη για τους μεγαλύτερους σε ηλικία χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όχι όμως και για τα μικρά παιδιά.

«Όταν έφτιαξα την προσωπική μου σελίδα στο Facebook ένιωσα μεγάλη χαρά και αισιοδοξία βρίσκοντας ξανά φίλους και γνωστούς από το σχολείο και το πανεπιστήμιο τους οποίους, λόγω διαφορετικής πορείας, αλλά και λόγω δουλειάς, είχα χάσει εντελώς», μου εκμυστηρεύτηκε η Μαρίνα πριν από μερικές μέρες. «Μάλλον… ξύπνησα λιγάκι απότομα όταν, παρά την προσπάθειά μου να ανοίξω συζήτηση με κάποιους από αυτούς ή να κανονίσω μια συνάντηση για καφέ, δεν είχα την ανταπόκριση που περίμενα. Τελικά, κατάλαβα ότι δεν μπορείς να είσαι με όλους φίλος ή τέλος πάντων να καταφέρεις να έχεις μια κοινωνική σχέση».

Ίσως μέρος του προβλήματος να κρύβεται στην ίδια την έννοια της λέξης φιλία, που παραμένει κάπως ασαφής και συγκεχυμένη στο μυαλό μας. Βέβαια, ο αριθμός 150 των επιστημόνων, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να περιλαμβάνει μόνον όσους ξέρουμε ότι μπορούμε να εμπιστευθούμε και με τους οποίους μοιραζόμαστε σκέψεις και υποχρεώσεις, αφού η απλή κοινωνική συναναστροφή είναι τελείως διαφορετική και δεν προϋποθέτει ανάπτυξη ιδιαίτερων δεσμών με το άλλο άτομο. Σε αυτή τη λογική υπακούουν άλλωστε και οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης.

Οι πρώτοι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’90, αλλά η χρήση τους διαδόθηκε ευρέως τα τελευταία τρία χρόνια. Κάποιοι από αυτούς προσφέρουν εξειδικευμένες υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα το LinkedIn, που αποσκοπεί στις επαγγελματικές διασυνδέσεις. Κάποιοι άλλοι, όπως οι πολύ δημοφιλείς Facebook και MySpace, είναι «γενικού τύπου» και είναι σχεδιασμένοι τόσο για την υποστήριξη γνωριμιών με ανθρώπους με παρόμοιες προτιμήσεις, όσο και για την επικοινωνία και ανταλλαγή περιεχομένου με προϋπάρχοντες φίλους, γνωστούς και συγγενείς.

Στη χώρα μας, ιδιαίτερα δημοφιλές είναι το Facebook. Το 2009, οι Έλληνες χρήστες του Facebook ήταν περίπου 300.000, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο, αριθμός ιδιαίτερα μεγάλος, αν συνυπολογίσουμε και τα ποσοστά πρόσβασης των Ελλήνων στο Διαδίκτυο, που είναι σχετικά χαμηλά σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτο, ότι οι περισσότεροι Έλληνες πολιτικοί, καλλιτέχνες, τηλεπαρουσιαστές κ.ά. έχουν ήδη γραφτεί ως χρήστες και έχουν γίνει «φίλοι» με τους υποστηρικτές τους.

Η κοινωνική δικτύωση επεκτείνει την παραδοσιακή χρήση του παγκόσμιου ιστού, υιοθετώντας νέα μοντέλα επικοινωνίας και ανταλλαγής περιεχομένου μεταξύ των χρηστών. Η νέα μορφή «κοινωνικής διάδρασης» επηρεάζει τόσο τη μορφή του παγκόσμιου ιστού, και τους τρόπους πρόσβασης και διαχείρισης του περιεχομένου του, όσο και τη συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών, αλλά και την επικοινωνία μεταξύ των πολιτών γενικότερα. Δεν είναι τυχαίο, ότι τα τελευταία χρόνια έχει γεννηθεί μια νέα επιστήμη, η επιστήμη του ιστού (web science), στόχος της οποίας είναι, μεταξύ άλλων, η μελέτη των κοινωνικών επιπτώσεων της χρήσης των διαδικτυακών υπηρεσιών.

Από πρώτης όψεως, τα κοινωνικά δίκτυα φαίνεται να παρουσιάζουν έναν αριθμό πλεονεκτημάτων: Το πρώτο είναι η δημιουργία εικονικών κοινοτήτων ειδικού ενδιαφέροντος, όπου η συντήρηση και ανανέωση του περιεχομένου γίνεται συμμετοχικά από τα ίδια τα μέλη. Επιπλέον, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν βοηθήσει σημαντικά στο να έλθουν σε επαφή παλιοί χαμένοι φίλοι, συμμαθητές, μακρινοί συγγενείς κ.λπ., ενώ συμβάλλουν και στη διατήρηση της επικοινωνίας με φίλους και γνωστούς, που βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές ή και σε διαφορετικές χώρες.

Η όλη λογική με βάση την οποία έχουν σχεδιαστεί τα κοινωνικά δίκτυα παρακινεί τους χρήστες σε συχνή ενημέρωση της προσωπικής τους σελίδας με δεδομένα σχετικά με τα ενδιαφέροντά τους, τις σπουδές τους, τα επαγγελματικά τους, τη συναισθηματική τους κατάσταση και γενικότερα τη ζωή τους, ώστε να μένουν διαρκώς ενήμεροι οι «φίλοι» τους.

Γενικότερα, έχει αναδυθεί μια κουλτούρα, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικιακές ομάδες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξαιρούνται οι μεγαλύτεροι, βάσει της οποίας ο μεγάλος αριθμός των δηλωμένων «φίλων» προσδίδει ένα είδος κοινωνικού κύρους.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που δημιουργούνται και οι πρώτες ανησυχίες σχετικά με θέματα ασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων, αλλά και σχετικά με τις επιπτώσεις της χρήσης των δικτύων αυτών στις πραγματικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι εντυπωσιακό το πόσες πολλές πληροφορίες σχετικά με τον εαυτό τους δίνουν ορισμένοι χρήστες των κοινωνικών δικτύων.

Ακόμα και οι πιο προσεκτικοί, μπορεί να βρεθούν εκτεθειμένοι από στοιχεία που έχουν ανεβάσει οι φίλοι τους σχετικά με αυτούς.

Και, ενώ η γενική φιλοσοφία πάνω στην οποία στηρίχθηκε και εξελίχθηκε το Διαδίκτυο ήταν η αποκέντρωση της πληροφορίας και η ανωνυμία των χρηστών, ξαφνικά, με τα κοινωνικά δίκτυα, αρκετές φορές δείχνουν να παραβιάζονται και οι δύο αυτές αρχές. Η πληροφορία συγκεντρώνεται σε βάσεις δεδομένων και αποθηκευτικά μέσα μεγάλων εταιρειών και οι χρήστες δίνουν πραγματικά στοιχεία που επιτρέπουν την άμεση ταυτοποίησή τους.

Και αν, όπως λέγεται, «τα γραπτά μένουν», τα «ψηφιακά γραπτά» όχι απλώς μένουν, αλλά αναπαράγονται επ’ άπειρον, κάνοντας πρακτικά αδύνατο τον εντοπισμό και τη διαγραφή τους. Είναι λοιπόν απορίας άξιον το πώς τόσο πολύς κόσμος εμπιστεύεται τα προσωπικά του δεδομένα σε εταιρείες των οποίων οι «αγνές» προθέσεις δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθούν, καθώς και σε άγνωστους ανθρώπους που συστήθηκαν ως «φίλοι».

Αυτό που εγείρει τις μεγαλύτερες ανησυχίες, ιδίως για τους γονείς, είναι το γεγονός ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των νέων και των εφήβων, αν όχι όλοι, αφιερώνει πραγματικά πολύ από τον ελεύθερο χρόνο του καθημερινά στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, ψάχνοντας για καινούριους φίλους, συνομιλώντας και αλληλεπιδρώντας εικονικά μαζί τους. Ποιες μπορεί να είναι άραγε οι επιπτώσεις μιας τέτοιας συνήθειας στις ουσιαστικές σχέσεις που έχουν αναπτύξει ή που θα μπορούσαν να αναπτύξουν με τους συνανθρώπους τους; Και τελικά, πόσο ασφαλείς είναι και πόσο «ανεπανόρθωτα» να εκθέτουν τόσο τους εαυτούς τους όσο και την οικογένεια ή και τους «υπαρκτούς» φίλους τους, με τις πληροφορίες που αναρτούν στις προσωπικές τους σελίδες;

Είναι δεδομένο ότι η αμεσότητα και το «ρίσκο» της επαφής πρόσωπο με πρόσωπο δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κανενός είδους κοινωνική διάδραση.

Μήπως λοιπόν η διαρκής ενασχόληση με τους δικτυακούς φίλους οδηγεί μακροπρόθεσμα στην απομάκρυνση από τους πραγματικούς φίλους, σε αδυναμία σύναψης νέων ουσιαστικών σχέσεων και τελικά στην απομόνωση;

Με δεδομένη την ανωριμότητα και την πολύ πρόσφατη διάδοση του νέου αυτού μέσου, είναι μάλλον νωρίς για να δώσουμε σαφή απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Πρέπει όμως να τα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη, ιδιαίτερα στην περίπτωση των εφήβων και των νέων, για τους οποίους τα κοινωνικά δίκτυα φαίνεται να αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς τους.

Πηγή


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 183 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)