Το κοχύλι και η γοργόνα

kohili

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κοχύλι που ζούσε στον βυθό της θάλασσας. Ήθελε πολύ να αποκτήσει φίλους γιατί ήταν ολομόναχο εκεί. Τριγύρω υπήρχαν πολλά κοράλλια και κάθε τόσο περνούσαν ψάρια αλλά κανένα δεν γύριζε να του μιλήσει.

Μια μέρα ένα δυνατό κύμα ανακάτεψε τον βυθό. Το κοχύλι βρέθηκε να κολυμπάει μέσα στη δίνη του νερού.

Φοβήθηκε πως θα σπάσει. Τρόμαξε πως θα χαθεί. Αλλά μόλις αφέθηκε κατάλαβε πως του άρεσε πιο πολύ να κινείται παρά να μένει ακίνητο στα σκοτεινά του βυθού.

Λίγη ώρα μετά κόπασε το κύμα και ακούμπησε και πάλι στον βυθό. Όμως αυτή τη φορά ένιωθε πιο χαρούμενο γιατί στη διάρκεια του μικρού του ταξιδιού είχε προλάβει να δει πολλά.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:

-Είσαι πολύ όμορφο! Θες να γίνουμε φίλοι;

Ήταν μια γοργόνα που το λάτρεψε και ήθελε να το πάρει μαζί της, στον ύφαλό της. Για εκείνη φιλία σήμαινε να το κρεμάσει στο λαιμό της και να είναι συνέχεια μαζί. Κρεμασμένο κοντά στη καρδιά της με ένα φύκι. Έτσι ήξερε η γοργόνα τη φιλία.

Και το κοχύλι που δεν είχε μέχρι τότε φίλους, δέχτηκε με χαρά, γιατί ήταν η πρώτη του, η μοναδική του φίλη.

Για αρκετό καιρό περνούσε όμορφα μαζί της. Δεν ήταν πια μόνο του. Είχε πάντα τη συντροφιά της γοργόνας. Όπου πήγαινε εκείνη, πήγαινε και το κοχύλι. Στα ταξίδια του μαζί της, είδε πολλούς και διαφορετικούς κόσμους.

Μέχρι και την επιφάνεια της θάλασσας είδε ένα βράδυ και θαμπώθηκε από την αστροφεγγιά.

Όμως αυτό που το στενοχωρούσε ήταν πως δεν μπορούσε ποτέ να αποφασίσει μόνο του πού θα πήγαιναν. Όπου πήγαινε η γοργόνα, πήγαινε και εκείνο.

Μια μέρα αποφάσισε να κάνει κάτι γι’ αυτό.

-Θέλω να βγω στη στεριά, να ακούσω άλλους ήχους, είπε το κοχύλι στη γοργόνα.

-Μα εγώ δεν μπορώ να ζήσω στη στεριά, απάντησε εκείνη με παράπονο.

-Άσε με να πάω μόνο μου, τότε.

Η γοργόνα δεν ήθελε να αποχωριστεί το κοχύλι της αλλά σκέφτηκε ότι δεν ήταν σωστό να το κρατάει με το ζόρι.

Έλυσε το φύκι από το λαιμό της και άφησε το κοχύλι να ταξιδέψει.

Εκείνο ήταν τρισευτυχισμένο μα και λιγάκι φοβισμένο. Ήταν πάλι μόνο του, χωρίς φίλους και ταξίδευε προς άγνωστες θάλασσες.

Ένας δυνατός αέρας σήκωσε κύματα τεράστια και παρέσυρε το κοχύλι με βία στη στεριά. Ξάπλωσε στην αμμουδιά και ένιωσε την άμμο να το αγκαλιάζει σφιχτά. Έμεινε εκεί για ώρες, ταλαιπωρημένο και ζαλισμένο από το στροβίλισμα στα κύματα.

Μέσα στη ζαλάδα του άκουσε ένα σύρσιμο στην άμμο. Ένα παιδί το πλησίασε, το πήρε στα χέρια του και το ακούμπησε κοντά στο αυτί του. Μετά το κούνησε για να δει αν είχε τίποτα μέσα του. Το κοχύλι βρέθηκε να είναι παιχνίδι στα χέρια του. Τέλος, το παιδί έβαλε το κοχύλι κοντά στο στόμα του και φύσηξε ελαφρά. Ένας απαλός ήχος ακούστηκε, σαν τραγούδι τζιτζικιού. Το κοχύλι παραξενεύτηκε. Το παιδί καταχαρούμενο φύσηξε πιο δυνατά αυτή τη φορά και τότε ένα δυνατό σφύριγμα ακούστηκε σε όλη την ακρογιαλιά.

Το κοχύλι κατάλαβε πως τόσο καιρό ήταν προορισμένο να βγάζει αυτόν τον ήχο. Αλλά κανείς δεν το είχε ανακαλύψει πιο πριν. Αμέσως σκέφτηκε τη φίλη του τη γοργόνα που τόσο το είχε αγαπήσει αλλά πολύ λάθος το είχε χρησιμοποιήσει.

Ζήτησε από το παιδί να το ξαναπετάξει στον βυθό για να βρει τη γοργόνα. Ταξίδεψε μέρες και νύχτες, πέρασε πάνω από ύφαλους και γλίτωσε από δίχτυα ψαράδων. Μα τελικά έφτασε στον ύφαλο όπου ζούσε η γοργόνα. Εκείνη μόλις το είδε ξαφνιάστηκε.

-Γύρισες κιόλας; το ρώτησε.

-Ήρθα να σου δείξω όσα έμαθα, απάντησε το κοχύλι με χαρά. Βάλε με κοντά στα χείλη σου και φύσηξε. Θα δεις τι μαγικό θα συμβεί! συνέχισε το κοχύλι.

Η γοργόνα υπάκουσε και σε λίγο ένα μελωδικό σφύριγμα ακούστηκε.

-Ωωω, είπε το κοχύλι. Ο ήχος που βγάζω όταν με φυσάς εσύ είναι ακόμα πιο μαγικός!

Από τότε το κοχύλι και η γοργόνα έμειναν φίλοι πιστοί. Βοηθούσαν ο ένας τον άλλον και ειδοποιούσαν τα καράβια που περνούσαν από εκεί για να μην πέσουν στον ύφαλο. Η γοργόνα φυσούσε και το κοχύλι αφηνόταν.

Εκείνη δεν χρειάστηκε να το κρεμάσει ξανά στην καρδιά της.

Εκείνο δεν χρειάστηκε να φύγει ξανά από κοντά της.

Γράφει η ψυχολόγος Ματίνα Σταθάκη

ThinkingPeople.gr


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 680 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)