“Είπε να δεις, με λένε Άγγελο, φύλακα άγγελο”!

φυλακας αγγελος4

Ένιωσα τα φτερά του! Εκείνο το βράδυ ένιωσα τα φτερά του, να με αγκαλιάζουν και ψιθύρισε μέσα στο σκοτάδι- μα δεν τον άκουσα καλά. Όταν του φώναξα μην φεύγεις, εκείνος μου είπε: “θα έρθω ξανά, όπως κάθε βράδυ, κοιμήσου..”.

Ήταν ανήσυχος ο ύπνος μου και τον περίμενα να ΄ρθει! Έχασα μέρες το φτερούγισμα του. Λες να ΄ταν η ψυχή του, ή αυτός; Πέρασαν νύχτες μα δεν ερχόταν και τα δάκρυα μου ΄βρεχαν εκείνο το σταυρό που είχε αφήσει… Μου είχε πει, θυμάμαι, θα με προσέχει κάθε βράδυ, μα τον έχασα! Πριν καλά καλά στεγνώσουν τα δάκρυα στα μάτια μου, έπεσε ο σταυρός από τα χέρια μου. Ήμουν μικρή, θυμάμαι, όπου εκείνος με κρατούσε όλη τη νύχτα… Δεν φοβόμουν, το θυμάμαι! Δεν φοβόμουν! Ένιωθα εκείνα τα φτερά να με αγκαλιάζουν, άκουσα τόσες ιστορίες μες στον ύπνο μου, θυμάμαι. Μου είπε πως, είχανε σπάσει μια φορά, εκείνα τα φτερά που με αγκάλιαζαν τις νύχτες. Ήταν καλός, δεν μου μιλούσε δυνατά, να μην χαλάει τα όνειρα, που όλη νύχτα μου κρατούσαν συντροφιά… Μα σαν ερχόταν το πρωί και χανόνταν πάλι.

Θυμάμαι μια νύχτα, τον ένιωσα να μου μιλά! Κρατούσε πάλι εκείνο το σταυρό, πάλι εκείνον που έμπλεκε μέσα στα δάχτυλά μου, τις νύχτες που χανόταν… Είπε:  “δεν θα με δεις, μα θα με νιώθεις. Δεν θα ακούς, μα θα με αισθάνεσαι”. Όντως, ποτέ μου δεν τον είδα, μα άκουσα τα πιο γλυκά του λόγια, να γεμίζουν την νύχτα μου! “Να με κάνεις περήφανο”, έλεγε και μου χαμογελούσε. Πολλές φορές τον ρώτησα: “Πες μου το όνομα σου…”,  κι εκείνος δεν μου μίλησε… είπε να δεις… “Με λένε άγγελο, με λένε φύλακα άγγελο” και με ένα φτερούγισμα πήγε να φύγει.

Πριν φύγει του είπα: ”που πας; να με αγκαλιάζεις με τα φτερά σου”, μα το πρωί με βρήκε μόνη. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια κάθε βράδυ, μα δεν θυμάμαι τη μορφή του… Θυμάμαι μόνο την ασφάλεια που ένιωσα μέσα σε εκείνα τα φτερά. Του μιλούσα μέσα στο όνειρο, σαν να ακούω την παιδική φωνή μου, να του ψιθυρίζει: “πες μου… ποιος είσαι”; Και πάντα μου απαντούσε, “ξάπλωσε στο βρεγμένο μαξιλάρι σου και να θυμάσαι, με λένε Άγγελο, με λένε φύλακα άγγελο”. Ούτε κατάλαβα πότε με πήρε ο ύπνος!

Εκείνο το θλιμμένο του ύφος, το θυμάμαι καλά. Μα πως να σου πω με λέξεις, εκείνα που είχα νιώσει, ήμουν μικρή σου λέω. Ύστερα πέρασαν τα χρόνια και τον έχασα. Έρχονταν που και που, μέσα στη νύχτα, αγκαλιά του με κρατούσε, μου έλεγε ιστορίες σαν παλιά, κι όταν τον ένιωθα να φεύγει μακριά μου, του έλεγα: “Έλα κοντά, μην φύγεις πάλι. Να με αγκαλιάζεις με τα φτερά σου”.

Μα ήρθε πάλι το πρωινό και έμεινα μόνη…

ThinkingPeople.gr


(Το άρθρο αυτό προβλήθηκε συνολικά 357 φορές, 1 επισκέψεις σήμερα)